ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΑΓΡΙΩΝ ΖΩΩΝ --(ΑΓΡΙΟΛΟΓΙΟ)

ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΡΙΑ ΖΩΗ ΣΤΑ ΒΑΘΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΖΩΑ
.......................................................................................
Ένας αλκοολικός κροκόδειλος σε ημερολογιακές ασκήσεις εγκράτειας, προκειμένου να κόψει τα ξύδια και να πραγματοποιήσει το όνειρο ζωής να περάσει στην απέναντι όχθη.
.......................................................................................
Ένα χαιρέκακο, σιχαμένο,, θλιβερό κουνάβι, ένας γαμημένος φιλήσυχος πολίτης που ανησυχεί για το άχρηστο μέλλον του μισώντας τους ευτυχισμένους και τον άξονα της γης.
.......................................................................................
Μια ωραία γάτα, μια τρελή μαμά που επιζεί στην πόλη με¨Ελβις, μάσκαρα, μπούκλες, τσόκαρα και φιλοσοφία,, ερωτευμένη χρόνια με ένα αδέσποτο παλιόσκυλο, η μόνη που ζει στον παρόντα χρόνο κανονικά δηλαδή.
........................................................................................
Ένας σκύλος άρχοντας, αλητάμπουρας, αδέσποτος για πάρτη του και δυνατός για όλα, μια αδέσποτη καρδιά στα βάθη της πόλης στα όρια της κατάθλιψης, με φίλους και τη μουσική μοναδικό αντίδοτο.
........................................................................................
Ένα φίδι όμοιο η φλέβα της γης, η παντοδυναμία της πέτρας, το μέσα φως,, κουλουριάζεται και ωθείται ανεξέλεγκτο χρόνια, άλλοτε από τυφλή όρεξη για ζωή κι άλλοτε μόνο για να κρυφτεί στην κρύα πέτρα μακρυά από τα βλέμματα.
..............................................
..........................................

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

σελ. 79 ((Από το ημερολόγιο ενός σκύλου))







Σκύλος,, ημέρα16


Ημερολογιάρα μου να με χαίρεσαι! Εδώ είμαι ρε συ, στον ήλιο και σου γράφω από κάτω!
 Η παλιοπλατεία με τους ήλιους γίνεται μια κούκλα να ξέρεις και δε σε νοιάζει καν η λέρα της -ούτε κι εμένα μ’ ένοιαξε ποτέ δηλαδή η λέρα- οπότε αράζω και κοζάρω ό,τι μου γουστάρει, κάνω χαρές στα συντρόφια μου χοροπηδηχτός κι ωραίος και με καμαρώνει η φύση και τα δέντρα, ακόμα και τα περιστέρια που κυνηγάω κανονικά, αλλά τώρα άστα.
Καρφί δε μου καίγεται. Ροβολάω ανάλαφρος ξανά στα πλακόστρωτα κι όλοι θέλουν να με χαϊδέψουν, να με ρωτήσουν τι καλό σκυλάκι είμαι ‘γω και να φωνάξουν το όνομα μου. Τους αγαπάω όλους ξανά και ξανά, ακόμη κι αυτούς που βλέπω για πρώτη φορά ή μου μιλάνε για να ρίξουν γκόμενα. 
Η ζωή θα είναι πάντα ωραία μέχρι να ξαναγίνει αβίωτη καλό μου εξομολογητήρι και κάτι μέρες απάλευτες να που ξημέρωσαν απροειδοποίητα χαρά, ενώ εγώ έμεινα έκπληκτος ακόμα μια φορά απ’ τη γρηγοράδα της Άνοιξης.
 Και γέμισε πάλι φως απ’το πουθενά η ζωή η σκυλίσια μου και σκέφτηκα συνοφρυωμένος με τη γλώσσα εντελώς έξω σα χαμόγελο, πως  τελικά πάντα θα χρειάζεται μια γάτα για να σε βγάλει απ’ την κρυάδα του Χειμώνα και να σε βάλει να κάνεις μπάνια απανωτά μέχρι να ξασπρίσεις ολότελα ο μαύρος, μέχρι να ξεφλουδίσεις το παλιό το δέρμα σου ως τα νύχια, μέχρι να ξεπλυθεί ο παγωμένος τρόπος τους από τη γούνα σου σου, να καθαρίσεις  και να αστράψεις ξανά, ακόμη και να χτενίσεις τα φρύδια σου ο σκύλος!

Γιατί η άλλη πλευρά σου που λερώθηκε,
η άλλη πλευρά σου, που πρέπει να ‘ρθει στο φως και να τη γιάνει ο ήλιος, είναι η ΑΛΛΗ σου πλευρά, η μέσα σου, αυτή με το ωραίο αίμα.

Αυτή την πλευρά, την κατακόκκινη, τη μοναδικά ζεστή απ’ τα παλλόμενα σπλάχνα σου που τους τρομάζει, αυτή που λέρωσαν, αυτή που πρόδωσαν, αυτή που πάτησαν κάτω, αυτή που ξέσκισαν τα κτήνη οι άνθρωποι, αυτή να βγάλεις στο φως ρε σκύλε, αυτή να γιατρέψεις κι αυτή να στρέψεις ξανά κατά πάνω τους.

Πίσω λέρες, ΕΜΠΡΟΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ