ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΑΓΡΙΩΝ ΖΩΩΝ --(ΑΓΡΙΟΛΟΓΙΟ)

ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΡΙΑ ΖΩΗ ΣΤΑ ΒΑΘΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΖΩΑ
.......................................................................................
Ένας αλκοολικός κροκόδειλος σε ημερολογιακές ασκήσεις εγκράτειας προκειμένου να κόψει τα ξύδια και να πραγματοποιήσει το όνειρο ζωής: να περάσει στην απέναντι όχθη.
.......................................................................................
Ένα χαιρέκακο σιχαμένο,, θλιβερό κουνάβι, ένας γαμημένος φιλήσυχος πολίτης ανησυχεί για το άχρηστο μέλλον του μισώντας τους ευτυχισμένους και τον άξονα της γης.
.......................................................................................
Μια ωραία γάτα, μια νευρική μαμά επιζεί στην πόλη με¨Ελβις, μπούκλες, τσόκαρα, επιστήμη και φιλοσοφία,, ερωτευμένη με αδέσποτα σκυλιά -η μόνη που ζει στον παρόντα χρόνο.
........................................................................................
Ένας σκύλος άρχοντας, αλητάμπουρας, αδέσποτος ανήσυχος και δυνατός για όλα, μια ελεύθερη καρδιά στα όρια της κατάθλιψης με φίλους και μουσική μοναδικό αντίδοτο.
........................................................................................
Ένα φίδι: η φλέβα της γης, η παντοδυναμία της πέτρας, το μέσα φως,, κουλουριάζεται και ωθείται ανεξέλεγκτο από πάντα -άλλοτε από τυφλή όρεξη για ζωή κι άλλοτε μόνο για να κρυφτεί στην κρύα πέτρα από τα βλέμματα.
..............................................
..........................................

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

σελ. 82 ((από το ημερολόγιο ενός κροκόδειλου))


Κροκόδειλος, ημέρα17





Πολυαπατημένο μου ξημερολόγιο, έχω επιτέλους ένα καλό σερί από ήσυχα βράδια εδώ στο βάλτο που είμαι βαλτός να δυστυχώ,
βράδια που είμαι σίγουρος πως την ξέχασα όπως με ξέχασε κι αυτή και λέω «ουφ!» μια φορά δυνατά -κι άλλες δύο κι άλλες χίλιες από την καρδιά μου την κροκοδειλίσια- και ξεθαρρεύω στο έβγα και στη συναναστροφή με τα άλλα ζώα όλος υγεία καταπράσινος δηλαδή...

Μέχρι που σκάει ολοζώντανη μπροστά μου στο πρωινό μου όνειρο σαν ξανάστροφη σφαλιάρα και με στέλνει στη δουλειά μ’ ένα στομάχι φιόγκο να μην μπορώ να σταθώ όρθιος, ένα κακό τεράστιο, ένα κακό διπλό, τριπλό, απέραντο σαν το βάλτο μου –το κακό που κουβαλάει για μένα και με διάλεξε η πουτάνα να κεράσει μέχρι σκασμού.


Οι μεγάλοι άνθρωποι ή οι μεγάλοι κρετίνοι έχουν άραγε τις περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσουν απ’ τον παθιασμένο έρωτα;


Ποιος μεγάλος άνθρωπος δεν εμπλέκεται συνειδητά στο πάθος;

Πώς να βρει αξία στη γυμνή από κηλίδες ζωή το ανώτερο ον;


Μια κατακόκκινη που όλο ξεθωριάζει ζωγραφιά το χαμόγελο της, θέλω να δω το όνειρο της σήμερα, να περάσω απέναντι στο φως της που άλλοτε τρεμοπαίζει κι άλλοτε μου καίει τις κόρες και τα βλέφαρα.




Θέλω να μπουκάρω φολιδωτός και απαστράπτων σαν το διάβολο στο κρεβάτι της,
θέλω να δω το όνειρο της απόψε,
θέλω να μάθω τι βλέπει, τι ποθεί και θα φύγω πάλι μακριά της
για να την πονέσω κι άλλο
και να τη νοσταλγήσω ξανά πιο βαθιά
και να τη χάσω πάλι και να την ξαναβρώ
και να την καταλάβω και να την αγαπήσω δυνατά μέχρι τα κόκκαλα
και να την ξαναχάσω για να ξαναπονέσω
-κι όσο αυτή μου κρύβεται τόσο να την ξαναβρίσκω
γιατί αυτή είναι η μοίρα των κροκόδειλων,
νόμιζα πως το είχες καταλάβει…
 



Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

σελ. 81 ((από το ημερολόγιο ενός σκύλου))

Σκύλος,, ημέρα17



Ήταν που ήταν η σκυλίσια ζωή στο κακό της το χάλι, πήγε κι απόγινε ημερολογιάκι μου... Λένε πως η άχρηστη πόλη  αφήνει σκύλους όρθιους σαν κι εμένα κι ανθρώπους στα τέσσερα να πεθαίνουν κάθε μέρα αβοήθητοι. Όμως λένε ψέματα: η πόλη ίσα-ίσα τους βοηθά να πεθάνουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα
Πιο πολύ όμως βοηθά να πεθάνουν κουτάβια και παιδιά.

  Κάθε στιγμή κι ένα δράμα στη γαμώπολη,  στα λέω κάθε φορά γιατί δεν αλλάζει τίποτα, τίποτα, μόνο η ώρα, κάθε ώρα κάθε χτύπος του ρολογιού κι ένας κακός καιρός, κάπου, όπου, μακριά, εδώ δίπλα, στο άλλο παγκάκι που κοιμάται ένας μόνος,
κι άλλος μόνος και τόσοι μόνοι εδώ και γύρω και παντού κι αυτός το ξέρει και είναι εδώ με άλλους μόνους, 
γιατί αν είχε κάποιον ίσως και να μην ήταν τώρα εδώ μόνος-μαζί μας στην πλατεία.
Το παγκάκι μου είναι άδειο από πάνω κι εγώ με το Μπάμπη αράζουμε από κάτω χαζεύοντας τους μόνους της πλατείας, είναι ξημέρωμα και μόνο οι σκύλοι και οι μόνοι αράζουν στις πλατείες τέτοια ώρα.
Όλο θέλω να σου πω για τον Μπάμπη τον Αντίφα, τον πιο χαμογελαστό μου φίλο που σκάει πάντα να με δει με το φίλο του τον άνθρωπο -έναν που χαίρεται πολύ που με χαϊδεύει στο λαιμό και που μου λέει μαλακίες. Τον συμπαθώ τον άνθρωπο του Μπάμπη, με κερνάει κάτι μπισκότα με γεύση κόκκαλο με κάτι άλλο.

Για να καταλάβεις πόσο μεγάλη καρδιά έχει ο φίλος μου ο Μπάμπης ημερολογιάρα  μου, αρκεί να δεις με τι αυταπάρνηση κι αγάπη προσέχει το φίλο του τον άνθωπο που μεταξύ μας, φαίνεται ακόμη και σε μένα το σκύλο πως δεν την παλεύει και πολύ.
Δεν τον αφήνει λεπτό από τα μάτια του! Σαν να μη θέλει να χάσει καμιά στιγμή απ' τις στιγμές του ανθρώπου, φύλακας άγγελος του όπου βρεθεί, δεν ξέρει από ωράρια και πάει παντού μαζί του.

Ο άνθρωπος του Μπάμπη είναι κι αυτός γελαστός αλλά όχι όσο ο Μπάμπης που τον ζηλεύουμε όλοι οι αδέσποτοι που βολτάρει την πόλη με μηχανάκι χωρίς κράνος -που πάει σε συναυλίες και πορείες κι ύστερα αράζει στο περίπτερο για νερό και χαρτάκια. Έρχεται ο Μπάμπης και στάζει αγάπη όλη η πλατεία, ούτε και
ξέρω τι θα έκανε χωρίς το Μπάμπη ο άνθρωπος. 

 
Ο Μπάμπης ο Αντίφας ημερολογιάκι μου, η ψυχάρα που έχει νύχτα-μέρα στο νου του τον άνθρωπο, με έκαναν να σκεφτώ πως αν είσαι μόνος, είτε σε παγκάκι είτε κάτω απαυτό είτε σε μηχανάκι είτε στα διαλυμένα πλακόστρωτα, το ίδιο είναι. Ενώ αν σ αγαπήσει και σε χαϊδέψει κάποιος σαν το Μπάμπη του ανθρώπου ας πούμε, έχεις όλη τη Γη για πάρτη σου  -για όσο βέβαια τη χρειάζεσαι και σου χρειάζεται.






Στον Μπάμπη