ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΑΓΡΙΩΝ ΖΩΩΝ --(ΑΓΡΙΟΛΟΓΙΟ)

ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΡΙΑ ΖΩΗ ΣΤΑ ΒΑΘΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΖΩΑ
.......................................................................................
Ένας αλκοολικός κροκόδειλος σε ημερολογιακές ασκήσεις εγκράτειας προκειμένου να κόψει τα ξύδια και να πραγματοποιήσει το όνειρο ζωής: να περάσει στην απέναντι όχθη.
.......................................................................................
Ένα χαιρέκακο σιχαμένο,, θλιβερό κουνάβι, ένας γαμημένος φιλήσυχος πολίτης ανησυχεί για το άχρηστο μέλλον του μισώντας τους ευτυχισμένους και τον άξονα της γης.
.......................................................................................
Μια ωραία γάτα, μια νευρική μαμά επιζεί στην πόλη με¨Ελβις, μπούκλες, τσόκαρα, επιστήμη και φιλοσοφία,, ερωτευμένη με αδέσποτα σκυλιά -η μόνη που ζει στον παρόντα χρόνο.
........................................................................................
Ένας σκύλος άρχοντας, αλητάμπουρας, αδέσποτος ανήσυχος και δυνατός για όλα, μια ελεύθερη καρδιά στα όρια της κατάθλιψης με φίλους και μουσική μοναδικό αντίδοτο.
........................................................................................
Ένα φίδι: η φλέβα της γης, η παντοδυναμία της πέτρας, το μέσα φως,, κουλουριάζεται και ωθείται ανεξέλεγκτο από πάντα -άλλοτε από τυφλή όρεξη για ζωή κι άλλοτε μόνο για να κρυφτεί στην κρύα πέτρα από τα βλέμματα.
..............................................
..........................................

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2018

σελ100 ((από το ημερολόγιο ενός κουναβιού))

Κουνάβι,, ημέρα20 (..) Πως πάει η δουλίτσα ποιητή; πως παν τα δράματα; Πες μου που έφτασες με την απελπισία για βάρκα; πόσο μοιράστηκες στα μίντια
πόσο καημό ξεχείλισες κι απόψε ποιητή, πόσα παζάρεψες για να αρέσεις στους χαζοχαρούμενους; τι τούμπες έκανες για να γουστάρουν οι θεματοφύλακες; Η ανοιχτή πληγή σου φτιασιδωμένη κι εσύ στον ταπεινό σου θόρυβο βογγάς βουβός κι ανέγγιχτος. Πες μου τι πούλησες ποιητή για τον αιώνα; Πες μου τι πούλησες ποιητή για την εικόνα; Πες μου τα αστεία παραμύθια που σκαρφίστηκες ποιητή για να γελάσεις τον πόνο που σε περίμενε υπομονετικός στο μαξιλάρι να σε πνίξει να ξαναπέσεις πάλι πάνω του να φας τη λυσσα και να πιεις το αίμα σου ξημέρωμα Πόσο κάνει η πληγή σου ποιητή;
Με πόσα δάκρυα την πλήρωσες; Πόσα χτυπήματα μετρά στατιστικά η μισή καρδιά σου; Πες μου για τα παλιά γλυκά σου Σάββατα που πάλι σε Κυριακές κατέληξαν και για τις σάλες που άνοιξες με ψεύτικα φωνήεντα συμφωνημένα δόλο για ποταπά ενθύμια Πέσμου για τα μουσκεμένα απ'τον ιδρώτα σεντόνια που έστιψες και ξαναξάπλωσες κι έβγαλες σέλφι για έρωτες άθικτους πες μου πως είναι να γράφεις με τόσα παράθυρα ανοιχτά να κάνουν ρεύμα μες στο γκρι σου; Δεν πήγες μακριά ποιητή ...στα πόδια μου είσαι πάλι. Να ζητιανεύεις προσοχή και ξεροκόμματα. Διάλεξες λέξεις ολοκαίνουριες να πεις τον ίδιο πόνο στα ίδια πρόσωπα που αγοράζουν λίγο, ίσα που. Πως να χορτάσει αυτό το χάος με συμπάθεια; Πως να συγκινηθεί το χτες που σε έκλεισε έξω; Στο χέρι σου το αθώο ένα υψωμένο δάχτυλο κουνιέται πέρα δώθε ποιητή και με τρομάζεις. Ένα δάχτυλο όρθιο είσαι όλος ποιητή, ένας δείκτης σε διέγερση που νουθετεί ποιητικά, που κρίνει, που δεν πιστεύει την αλήθεια, που βγάζει τελεσίδικες ψηφιακές διαγνώσεις σε ζώα υπέροχα, σε ζώα που μισείς γιατί σου μοιάζουν κι έπειτα σαλιωμένο και ξεδιάντροπο αρχειοθετεί τις ελεγχόμενες σφαλιάρες στο ράφι το πανάρχαιο με τα ισοϋψή κουτάκια σου. Πούλα ποιητή, πούλα ψυχή βαθιά στα πιο ρηχά thumps up και κώλους καλοκαιρινούς και πέσε κοιμήσου ήσυχος Μεταβολίζοντας τη σύνεση θα δεις κι άλλα όνειρα τρελά πως είσαι λέει σκύλος παντοδύναμος και πως μετράς Πούλα ποιητή, πούλα ακριβά ένδοξα τίποτα οι δαίμονες σου δημοσιεύτηκαν επιτυχώς και δεν επιθυμούν πια να επιστρέψεις Και οι δαίμονες σου ήταν η μόνη λύσις. Ε;