ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΑΓΡΙΩΝ ΖΩΩΝ --(ΑΓΡΙΟΛΟΓΙΟ)

ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΡΙΑ ΖΩΗ ΣΤΑ ΒΑΘΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΖΩΑ
.......................................................................................
Ένας αλκοολικός κροκόδειλος σε ημερολογιακές ασκήσεις εγκράτειας προκειμένου να κόψει τα ξύδια και να πραγματοποιήσει το όνειρο ζωής: να περάσει στην απέναντι όχθη.
.......................................................................................
Ένα χαιρέκακο σιχαμένο,, θλιβερό κουνάβι, ένας γαμημένος φιλήσυχος πολίτης ανησυχεί για το άχρηστο μέλλον του μισώντας τους ευτυχισμένους και τον άξονα της γης.
.......................................................................................
Μια ωραία γάτα, μια νευρική μαμά επιζεί στην πόλη με¨Ελβις, μπούκλες, τσόκαρα, επιστήμη και φιλοσοφία,, ερωτευμένη με αδέσποτα σκυλιά -η μόνη που ζει στον παρόντα χρόνο.
........................................................................................
Ένας σκύλος άρχοντας, αλητάμπουρας, αδέσποτος ανήσυχος και δυνατός για όλα, μια ελεύθερη καρδιά στα όρια της κατάθλιψης με φίλους και μουσική μοναδικό αντίδοτο.
........................................................................................
Ένα φίδι: η φλέβα της γης, η παντοδυναμία της πέτρας, το μέσα φως,, κουλουριάζεται και ωθείται ανεξέλεγκτο από πάντα -άλλοτε από τυφλή όρεξη για ζωή κι άλλοτε μόνο για να κρυφτεί στην κρύα πέτρα από τα βλέμματα.
..............................................
..........................................

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

σελ. 85 ((από το ημερολόγιο ενός κουναβιού))





Κουνάβι,, ημέρα17

Το πρωινό σκαρφάλωσε ύπουλα την πλάτη σου
Τυλίχτηκε στο σβέρκο σου σαν φίδι φωτεινό
Το ένιωσες κόμπο στο λαιμό και κουλουριάστηκες
Μια γρίλια απτο παράθυρο ζωγράφισε στο δέρμα σου ένα θάνατο,,

Πήγες μακριά πολύ μακριά και τρελάθηκες
Πήγες στα όνειρα
Πήγες και χάθηκες
Πήγες και πέθανες
Πήγες εκεί που κανείς δε σε ράγισε
Πήγες εκεί κι ήσουν παιδί και μαρτύρησες
Πήγες παιδί και δεν ξέρεις πως γύρισες
Πήγες εκεί που κανείς δε σε πρόσμενε
Πήγες και τρόμαξες
Πήγες και ίδρωσες,,

Κι άλλο πρωί κάθε πρωί το ίδιο πρωί που σε σκότωσε
Κάθε φορά ο ίδιος πόνος αμείωτος
Κάθε φορά το ίδιο άναυδο αύριο
Το αύριο ύπουλο
Κάθε πρωί σαν σκοτάδι απύθμενο
Ντυμένο αδίστακτο φως σε ξεβράζει στο σήμερα
Ένας βρόγχος απαστράπτων η οδύνη σου
Μια κοφτερή ακτίνα του ήλιου κατάστηθα